Το παρακάτω είναι απόσπασμα από το προλογικό σημείωμα των Μπουκάλα - Μοσχονά που επιμελήθηκαν την έκδοση των πρακτικών του διήμερου συνεδρίου «Δημοσιογραφία και Γλώσσα» που έλαβε χώρα πριν από 19 χρόνια, ακριβώς στη μέρα, με πρωτοβουλία του Μορφωτικού Ιδρύματος της ΕΣΗΕΑ. Διεγίγνωσκαν οι επαΐοντες της εποχής και τότε μια κρίση στο λόγο, δημοσιογραφικό και γενικότερο, όπως και τώρα. Ίσως είναι στη φύση της γλώσσας να είναι μόνιμα σε κρίση, αφού είναι κάτι ζωντανό που υπόκειται στις αλλαγές -θετικές κι αρνητικές- του πολιτισμικού πλαισίου στο οποίο υπάρχει. Σίγουρα θα ακολουθήσουν κι άλλα κείμενα από το βιβλίο αυτό. Ελπίζω μόνο να μην έχουν αντίρρηση οι εισηγητές, όσοι από αυτούς είναι ακόμα εν ζωή. (Δεν έχω πάρει τη συγκατάθεσή τους, σσουςςςς!!). Αυτά.
---------------------------------------------------------------------------------------------------------------
---------------------------------------------------------------------------------------------------------------
Η
«ΚΡΙΣΗ» ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΑΣ
Είναι ιδιαίτερα
διαδεδομένη η πεποίθηση ότι ο δημοσιογραφικός λόγος διέρχεται σοβαρή κρίση τα
τελευταία χρόνια. Η πεποίθηση αυτή θα μπορούσε να συσχετιστεί με μεγάλες και
προφανείς αλλαγές και ανακατατάξεις στο πεδίο των μέσων μαζικής ενημέρωσης – αλλαγές
οικονομικές, πολιτικές, επικοινωνιακές. Η ίδια η αντίληψη της κρίσης θα
μπορούσε να είναι απλό επιφαινόμενο αυτών των σημαντικών ανακατατάξεων, ωστόσο,
συνήθως συσχετίζεται με τρόπο περιοριστικό και σχεδόν ταυτολογικό με τη συγγενή
αντίληψη ότι η ίδια η ελληνική γλώσσα «απειλείται», «κινδυνεύει», «χάνεται», «φθείρεται»,
«αλλοιώνεται», «παρακμάζει», «εκφυλίζεται» - πάντως «κακοποιείται» και «δεινοπαθεί»
στα χέρια και τα χείλη «ανεύθυνων» δημοσιογράφων.
Οι δύο πεποιθήσεις, για την κρίση του
δημοσιογραφικού λόγου και για την κρίση της ελληνικής γλώσσας, συνδέονται όπως το
μέρος με το όλον, ενισχύοντας και επιβεβαιώνοντας η μία την άλλη. Είναι
αμφίβολο όμως αν και κατά πόσο αντιστοιχούν στην πραγματικότητα – σε κάποια
πραγματικότητα, πνευματική ή υλική. Συνήθως όσοι διαγιγνώσκουν γλωσσική κρίση
δυσκολεύονται να καταδείξουν τα συμπτώματά της και αντί επιχειρημάτων επικαλούνται
αμφισβητούμενες ιδεολογικές θέσεις. Σημειωτέον ότι οι περισσότεροι από τους κατά
τεκμήριον αρμοδίους, οι γλωσσολόγοι δηλαδή, επιμένουν, αντιθέτως, ότι γλωσσική
κρίση δεν υπάρχει και αρκούνται να διαγνώσουν μια ήπιας μορφής ιδεοληψία.
Στο συνέδριο θελήσαμε να τεθεί το ερώτημα για
την κρίση της γλώσσας χωρίς να προϋποτίθεται η απάντηση. Αποδείχτηκε ότι το
ερώτημα είναι εξαιρετικά δύσκολο ή και αδύνατο να τεθεί χωρίς προϋποθέσεις. Η
πεποίθηση της κρίσης φαίνεται πως είναι η κορυφαία μιας σειράς αντιλήψεων που
συγκροτούν την εντελώς σύγχρονη ηθικολογία των Μέσων. Αποτελεί ένα από τα πιο
διαδεδομένα – αν και, επίσης, ένα από τα πιο ασαφή - κριτήρια για την αποτίμηση
και, εν τέλει, την απαξίωση του δημοσιογραφικού λόγου – πολύ συχνά από τους ίδιους
τους δημοσιογράφους. Βαθύτερη προϋπόθεση της πεποίθησης αυτής είναι ότι ο
δημοσιογραφικός κώδικας είναι – πρέπει να είναι- ένας και ενιαίος, πρότυπος,
απόλυτος, απαρέγκλιτος, ίδιος για όλους. Τέτοιος κώδικας όμως δεν υπάρχει.
Αλλά και η αντίθετη άποψη, η μετριοπαθής και
καθησυχαστική, που αρνείται να αναγνωρίσει παθολογικά συμπτώματα στον
δημοσιογραφικό λόγο, δεν φαίνεται ιδιαίτερα ισχυρή. Ό,τι κυρίως στερείται είναι
αυτό που η ηθικολογία, έτσι κι αλλιώς, δεν επιτρέπει: την προσεκτική και
αμερόληπτη καταγραφή της δημοσιογραφικής συμπεριφοράς, απ’ όποιους κι αν
προέρχεται, όπως κι αν εκδηλώνεται.
Η
ΠΟΙΚΙΛΙΑ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΟΥ ΛΟΓΟΥ
Αν η ηθικολογία
αρνείται την ευρύτατη και διαρκώς ανανεούμενη ποικιλία του δημοσιογραφικού
λόγου, η επιστήμη αναζητεί τρόπους να την αγκαλιάσει ολόκληρη ώστε να μπορεί να
την επικαλείται.
Είναι γεγονός ότι η
επιστημονική έρευνα του δημοσιογραφικού λόγου, έντυπου και ηλεκτρονικού, γνωρίζει
τα τελευταία χρόνια μεγάλη ανάπτυξη – αλλά όχι στον τόπο μας. Η μελέτη του δημοσιογραφικού
λόγου στην Ελλάδα βρίσκεται ακόμα στο προστάδιο της επιστήμης. Δεν έχει
αναπτυχθεί ειδική μεθοδολογία, λείπουν οι μικροσκοπικές έρευνες και, αντί
συνθετικών εργασιών, παρουσιάζονται αμφίβολης ισχύος γενικεύσεις σε μελέτες που
αναπαράγουν χωρίς αναπροσαρμογή τα πορίσματα ξένων ερευνών. Αυτός άλλωστε είναι
ένας σημαντικός λόγος που η ηθικολογία για τον δημοσιογραφικό λόγο, όπως και η
πεποίθηση για την κρίση της γλώσσας, γνωρίζουν αρκετά μεγάλη διάδοση. Η
ηθικολογία προηγείται της επιστήμης – αλλά προηγείται μιας επιστήμης φτωχής που
οι επαγγελματίες της δημοσιογραφίας την αντιμετωπίζουν, όχι άδικα, με αρκετή
καχυποψία.
Έτσι, παρά τις κάποιες
πρώτες προσπάθειες τυπολογικής ταξινόμησης του δημοσιογραφικού λόγου, οι
περισσότερες έρευνες συνεχίζουν να τον αντιμετωπίζουν σαν ενιαίο, ξεχωριστό και
αυτόνομο «είδος», όπως δηλαδή τον αντιμετωπίζει και η κανονιστική αντίληψη, σαν
έναν, ενιαίο και ευπρεπή, απ’ όλους και προς όλους. Ξέρουμε πόσο διαδεδομένη συνήθεια
είναι η μετωνυμική αναφορά, από το μέρος στο όλον, στη «γλώσσα του τύπου», στη «γλώσσα
του ραδιοφώνου», στη «γλώσσα της τηλεόρασης», στη «γλώσσα της διαφήμισης» - η
αναφορά στον δημοσιογραφικό λόγο εν γένει. Συνήθεια παραπλανητική • μας ωθεί να
υπεργενικεύουμε, να αποδίδουμε σταθερές ιδιότητες σε οντότητες πλαστές και
ευμετάβλητες.
Ποιος δημοσιογραφικός
λόγος; Και ποιων; Δεν είναι είδος ο δημοσιογραφικός λόγος, είναι γένος, και
μάλιστα ευρύτατο. Περιέχει είδη. Δημιουργεί καινούρια. Και ασκείται από πολλούς
τεχνίτες. Αν συγκρίνουμε λόγου χάρη ένα αστυνομικό ρεπορτάζ, το δελτίο καιρού
και μια μουσικοκριτική, θα διαπιστώσουμε αμέσως ότι κάθε είδος αξιοποιεί
ιδιαίτερες περιγραφικές συμβάσεις, χρησιμοποιεί ειδικό λεξιλόγιο και φρασεολογισμούς,
συγκροτείται από ιδιάζουσες μεταφορές και ρητορικά σχήματα, προϋποθέτει ειδικό
ακροατήριο – κάθε είδος αποτελεί διαφορετική αναπαραστατική και αναφορική λειτουργία
που μεταβάλλεται με το χρόνο. Δεν είναι ένας δημοσιογραφικός λόγος, παρότι,
αναμφίβολα, τα όρια των ειδών που τον συναποτελούν είναι διαπερατά.
Η μελέτη της ποικιλίας
του δημοσιογραφικού λόγου είναι λοιπόν απαραίτητη προϋπόθεση για να τεθεί
αμερόληπτα το ερώτημα εάν ο δημοσιογραφικός λόγος διέρχεται πράγματι κρίση. Η
καταγραφή της γλωσσικής ποικιλίας θα μπορούσε να διασκεδάσει τις εντυπώσεις που
προκαλούν οι κινδυνολογικές αναφορές στον δημοσιογραφικό λόγο • θα μπορούσε,
εξίσου, να επιμερίσει και να αναδείξει τα τυχόν παθολογικά συμπτώματά του.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου