Του Ειρηναίου του άρεσαν τα παλιά βιβλία. Άνθρωπος
κλειστός, επιφυλακτικός, ήθελε να διαβάσει τη ζωή πριν τη ζήσει. Αγόραζε από
όπου έβρισκε, παλαιοβιβλιοπωλεία, πάγκους, παζάρια. Τα οικονομικά του ήταν
επιεικώς άθλια, και δεν ήταν λίγες οι φορές που η κατάσταση των βιβλίων που
διάλεγε δεν ήταν η καλύτερη. Έβρισκε όμως μια ευχαρίστηση να τα έχει στην
κατοχή του. Δεν ήταν που του θύμιζαν τις παλιές εποχές, δεν τις είχε, άλλωστε, ζήσει ούτε κατείχαν μυθική θέση στο θυμικό του. Ωστόσο, τα παλιά βιβλία είχαν κάτι που τον
έλκυε. Ήταν ανθρώπινα: φαινόταν η δουλειά του ανθρώπου επάνω τους. Το
δέσιμο των φύλλων με σπάγκους που μπορεί να ήταν πιο χαλαρό από όσο έπρεπε με αποτέλεσμα το
βιβλίο να «χορεύει» όταν το κρατάς, ή τα τυπογραφικά στοιχεία που άφηναν ανάγλυφο το
αποτύπωμα του κάθε γράμματος στην άλλη πλευρά της σελίδας. Μικρές ατέλειες που
αφθονούν σε κάθε τι ανθρώπινο. Σε αντίθεση φυσικά με τα σύγχρονα βιβλία, που
είναι όλα σαν τυποποιημένα προϊόντα, φτιαγμένα από το αλάθητο «χέρι» της μηχανής.'Άψυχα, χωρίς χαρακτήρα, πλαστικά. «Καταραμένη
τεχνολογία, τα κάνεις όλα πιο εύκολα!» σκέφτηκε, προβληματισμένος με τον
πολιτισμό. «Μα να πάμε κόντρα στην πρόοδο;» αναρωτήθηκε, πιάνοντας κουβέντα με
τον εαυτό του. «Ίσως θα ‘ταν προτιμότερο να επιβραδύνουμε και να αναστοχαστούμε τι εννοούμε πρόοδο, ευημερία, ευτυχία» είπε,
αποστομώνοντας με την αυστηρότητα του τόνου του τον εσωτερικό του συνομιλητή.
Είναι και κάτι άλλο όμως που δεν έχουν τα καινούρια
βιβλία. Ιστορία. Την δικιά τους ιστορία, σαν αντικείμενα. Του άρεσε να νιώθει
τη φθορά του χρόνου σε κάθε κομμάτι χαρτί. Να ρουφά τη μυρωδιά που ανέδινε ένα παλιό βιβλίο, μερικές φορές
όχι και τόσο ευχάριστη, καθώς η υγρασία είχε κάνει καλά το διαβρωτικό της έργο. Η αγαπημένη του συνήθεια όταν έβρισκε ένα «υποψήφιο» προς αγορά βιβλίο ήταν, αφού
ελέγξει την κατάστασή του –καθώς στα υπαίθρια παλαιοβιβλιοπωλεία πουλιέται ό,τι
σαβούρα μπορείς να φανταστείς, αρκεί να βρεθεί το κατάλληλο κορόιδο– δηλαδή αν ήταν υπογραμμισμένο, αν είχε όλες τις
σελίδες του, αν η ράχη βαστούσε ακόμα ή ήταν έτοιμη να σκιστεί κπλ, ήταν να το
ανοίξει σε μια τυχαία σελίδα, να χώσει τη μουσούδα του και να τραβήξει μια τζούρα «παλιακότητας». Αυτό είναι άλλο ένα στοιχείο από τον χαρακτήρα ενός βιβλίου που λείπει σήμερα. Αν
μυρίζουν κάτι τα σημερινά βιβλία, αυτό είναι συνήθως κόλλα. «Άοσμα
τετραγωνάκια, πρέπει να τους λείπει κάθε τι που θα τα κατέτασσαν σε κάτι
ξεχωριστό, έτσι ώστε να αρέσει σε όσο το δυνατόν περισσότερους» μονολόγησε
εσωτερικά, ενώ αμέσως μετά άφησε μέσα από τα δόντια να βγει ένα «τον καπιταλισμό μου μέσα», ηττημένος από την καθημερινή πάλη με το βουλιμικό τέρας που δε χορταίνει κέρδος, φτηναίνοντας τα πάντα για να τα αγοράζουν όσο γίνεται πιο πολλοί.
Σε μια από τις βιβλιότσαρκες, που γίνονταν όλο και πιο αραιές, πέρασε από τον γνώριμο πάγκο στη Ρήγα Φεραίου, πίσω από το παλιό κτίριο της Εθνικής Βιβλιοθήκης. Έψαχνε για μια
ευκαιρία, δεν είχε λεφτά για σκόρπισμα. Την προσοχή του τράβηξε ένα
μικρό, μπλε, σκληρόδετο βιβλιαράκι. Ο Adolphe,
του Benjamin
Constant.
Η τιμή 5€. Οι σελίδες φαίνονται απ'έξω ικανοποιητικά συντηρημένες. «Όπα, εδώ είμαστε», είπε. «Το μοναδικό του μυθιστόρημα», σκέφτηκε,
ενθυμούμενος αμυδρά ότι ο συγγραφέας ήταν πολιτικός φιλόσοφος, σημαντικός για την εποχή
του. Ανοίγοντάς το για να δει την κατάσταση των σελίδων και μέσα, η προσοχή του πέφτει σε κάτι που έμοιαζε να έχει γραφτεί με
πένα: «Ισμήνη Γ. Στασινοπούλου, Παληό Φάληρο, Νοέμβριος 1923».
Σχεδόν εκατό χρόνια. Πόσες ζωές -ολόκληρες και μισές- πίσω. «Υπήρχαν άνθρωποι τότε;». Του στάθηκε τόσο παράξενο κάτι τόσο απλό, λες και μια δέσμη φωτός να αποκάλυψε ξαφνικά μια αλήθεια που κρυβόταν σε κοινή θέα. Μανιώδης αναγνώστης ιστορίας, γνώριζε καλά την πολιτική κατάσταση της εποχής. Με
το κίνημα Πλαστήρα-Γονατά ένα χρόνο πριν, το αντικίνημα των Γαργαλίδη και Λεοναρδόπουλου
υποκινούμενων από τον Μεταξά, τη συνθήκη της Λωζάνης, τον αποκλεισμό της Κέρκυρας από τους Ιταλούς και
την ντροπιαστική υποχώρηση της τοτινής κυβέρνησης. Κι όμως, ποτέ δεν είχε έρθει
σε επαφή με ένα κειμήλιο της εποχής. Κάτι ζωντανό από τότε, αφού κάποιο χέρι είχε
γράψει αυτή την αφιέρωση. «Ποια να ήταν η Ισμήνη; Να το έγραψε η ίδια; Και πώς
να ήταν;» Άρχισε να την πλάθει στο μυαλό του: μακριά μαύρα μαλλιά, μεγάλα
μάτια, χείλια ρόδινα, δάχτυλα λεπτά. «Άραγε
να ερωτεύτηκε ποτέ; Τη ζωή της να την έζησε
ή να την πέταξε στα σκουπίδια; Ή προτίμησε να μην την ξεφτιλίσει, μη μπορώντας να
την φτιάξει όπως ήθελε; Τι τέλος να είχε; Τι άφησε πίσω της;», συνέχισε να αναρωτιέται, μάταια, για μια άγνωστη που την ένιωθε τόσο οικεία.
Σιγά σιγά άρχισε να του γίνεται συνείδηση αυτό που
τόσες φορές είχε διαβάσει. Η συνέχεια. Ή η ματαιότητα, αναλόγως την οπτική που
επιλέγει κανείς. Όλα όσα ζούμε, σκεφτόμαστε και λέμε έχουν ειπωθεί πριν,
κάπου, κάποτε. Ίσως με άλλο στυλ. Μια επανάληψη, ένας κύκλος ή ένα σπιράλ, όπως
του λέγανε οι καθοδήγες του Κόμματος στη σχολή. Γενιές και γενιές ανθρώπων, η μια μετά την άλλη, να παλεύουν να βρουν νόημα. Να κάνουν κάτι με τη ζωή τους. Χωρίς ποτέ να ρωτηθούν αν θέλουν να μπουν σε αυτόν τον κόπο. «Κοίτα να δεις τι μπορεί να πάθει κανείς στα καλά καθούμενα, μεσημεριάτικα, στο κέντρο της Αθήνας. Να σε πιάνουν τα υπαρξιακά σου για κάποια Ισμήνη», μονολόγησε, και τράβηξε για το απέναντι σουβλατζίδικο, γιατί καλές οι φιλοσοφικές ανησυχίες αλλά δε γεμίζουν το στομάχι.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου