Μ' αρέσει να ψάχνω. Μπορεί να ακολουθήσω ένα νήμα μέχρι εκεί που τελειώνει ή μέχρι να βαρεθώ, από περιέργεια και μόνο. Μερικές φορές όμως με οδηγεί σε μέρη που δε θέλω, με αποτέλεσμα να εκνευρίζομαι, στην καλύτερη. Αλλά ας τα πάρουμε απ' την αρχή.
Διαβάζοντας για την άνοδο των ακροδεξιών επιθέσεων στη Γερμανία, έπεσα πάνω στο όνομα ενός καθηγητή δημοσιογραφίας, Τάνζεφ Σούλτς (όπως γράφεται στο δημοσίευμα), ειδικού στην ακροδεξιά βία (έχει γράψει βιβλίο). Μου έκανε εντύπωση το μικρό του όνομα, δεν το 'χα ξανακούσει. Άρχισα να ψάχνω τη γερμανική γραφή του (Tanjev Schultz, προφέρεται Τάνγεφ, for the record). Στη συνέχεια, ψάχνοντας για περισσότερες πληροφορίες για τον κύριο αυτόν στο διαδίκτυο, βρήκα μια έρευνα που έγινε πέρυσι το καλοκαίρι από τον ίδιο και άλλους ερευνητές της Δημοσιογραφίας (ναι, υπάρχουν και τέτοιοι). Τι ψάχνανε; Να βρουν πώς αντιλαμβάνονται, στη Βρετανία τη Γερμανία και τη Σουηδία, οι μάνατζερ μεγάλων Μέσων και οι επικεφαλής σχολών δημοσιογραφίας τις εξελίξεις που συντελούνται στο χώρο. Για την ευκολία του αναγνώστη, έχουν στην αρχή τα Key Findings της έρευνας. Πρώτο ήταν η μεγάλη συζήτηση που γίνεται γύρω από το επιχειρηματικό μοντέλο των ΜΜΕ, καθώς πλέον η διαφήμιση στρέφεται σε άλλες πλατφόρμες, με αποτέλεσμα τα Μέσα να επιστρέφουν στη συνδρομή σαν κύριο έσοδο. (Βέβαια, στη χώρα μας, αυτή η συζήτηση δε χρειάζεται να γίνει, όσο υπάρχουν τράπεζες που με άνωθεν εντολές δίνουν θαλασσοδάνεια για τον "αέρα" ενός ευυπόληπτου και πετυχημένου επιχειρηματία που νοιάζεται για την ενημέρωση του πολίτη...)
Έπειτα, η έρευνα "συνέχισε" αναφέροντας μια από τις προκλήσεις που ήταν σταθερά στις πρώτες θέσεις των απαντήσεων των μάνατζερ. Αυτή ήταν η δυσκολία ανεύρεσης ατόμων με ταλέντο, ειδικά στα τοπικά Μέσα, που οφείλεται στο ότι πλέον λιγότεροι άνθρωποι θέλουν να γίνουν δημοσιογράφοι (για μια σειρά από λόγους, που δεν είναι της παρούσης). Και εδώ ήταν που έκανα, καταραμένη ώρα και στιγμή, το συνειρμό και τη σύγκριση με την εγχώρια μιντιακή (και όχι μόνο) πραγματικότητα. [Εξ ου και τα διαόλια του τίτλου. Τόσο πολύ εκνευρίστηκα, που σταμάτησα να διαβάζω]. Εδώ δεν βρίσκουμε το ταλέντο ακόμα κι αν κάτσει στη μούρη μας. Δεν ψάχνουμε (καταχρηστικός ο α' πληθυντικός, τα κεφάλια των μμε εννοάω) το ταλέντο, αλλά κάποιον δικό μας, να κάνουμε την κλίκα μας, να τον προωθήσουμε μόνο άμα γουστάρει ο μπιγκ μποςς.
Και μετά, δεύτερος συνειρμός, πιο ειδικός (φτου!): μου 'ρθαν όλοι οι αξιόλογοι άνθρωποι που ξέρω, με περγαμηνές, που προτίμησαν να πάνε με το σταυρό στο χέρι και να κυνηγάνε το τάλιρο με το τουφέκι. Να τους τελειώνουν τα χρήματα στη μέση του μήνα γιατί έτυχαν όλα τα στραβά μαζί. Να μη δίνεται δουλειά σε ανθρώπους-αυθεντίες στο χώρο τους, γιατί δεν ήταν του κόμματος και της ιδεολογίας 'μας', με δικαιολογίες της πούτσας... Να μην τολμάνε να πάνε σε δουλειά και να σκέφτονται να παρατήσουν το επάγγελμα, ενώ διαθέτουν ικανότητες ζηλευτές, γιατί δε γουστάρουν το γεγονός ότι πρέπει να ακολουθήσουν μια "γραμμή", οποιασδήποτε απόχρωσης...
Τη στιγμή που: η γνωστή του γνωστού του ανθυποκομματάρχη, πάτος από κάθε άποψη, πιάνει μια θέση και στρογγυλοκάθεται. Ο νεόκοπος γλίτσας-pet του αφεντικού προωθείται αντί ανθρώπου που σκοτώνεται χρόνια στη δουλειά... Ο απτυχίωτος copy-pastaκιας παίρνει μια αργομισθία λόγω κομματικών "άκρων" και σπαταλά πολύτιμο χρόνο και χρήμα ενώ μένουν στην απ' έξω άνθρωποι με διδακτορικά και όρεξη για δουλειά... Η προοδευτικιά στα ευρωπαϊκά σαλόνια, πάει να ανοίξει το στόμα της για να αρθρώσει μια πρόταση στα αγγλικά και βγαίνουν βατράχια και φρύνοι... Η άλλη, αφού απέτυχε να εκλεγεί, επιστρέφει στη θέση της σα να μη συμβαίνει τίποτα... Κι ένα σωρό ακόμα..
Πρέπει να πω ότι είναι εκπληκτικό το πώς η διαφθορά διατρέχει κάθετα την κοινωνία. Είναι άλλο να το ακούς και να διαβάζεις γι αυτό, και άλλο να το διαπιστώνεις δια ζώσης.
Πρέπει να πω ότι είναι εκπληκτικό το πώς η διαφθορά διατρέχει κάθετα την κοινωνία. Είναι άλλο να το ακούς και να διαβάζεις γι αυτό, και άλλο να το διαπιστώνεις δια ζώσης.
Προφανώς κι ο καθένας σίγουρα γνωρίζει ανάλογες περιπτώσεις, δεν είναι καινούρια αυτά τα πράγματα. Αλλά πάντα θα μένω με την εξής, αφελέστατη, απορία: Πώς μάθαμε να ζούμε μ' αυτή την αδικία;

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου