Τις τελευταίες εβδομάδες παίχτηκε ένα γνώριμο έργο στην ευρωπαϊκή σκηνή με αφορμή την επικύρωση του προϋπολογισμού και του ταμείου ανάκαμψης της ΕΕ. Εκείνο που θέλει την κοινότητα να είναι άτεγκτη απέναντι σε ατίθασα μέλη, υπερασπιζόμενη τις λεγόμενες ευρωπαϊκές αξίες και στο τέλος να δίνει μια μεσοβέζικη, εμβαλωματική λύση νομικίστικης φύσης, ίσα να κρατιούνται τυπικά τα προσχήματα.
Οι πρωταγωνιστές του έργου, ανυποχώρητοι ο καθένας για τους λόγους του. Από τη μία πλευρά, οι δύο σκληροί ηγέτες που στις χώρες τους έχουν εγκαθιδρύσει προσωποπαγή καθεστώτα. Περισσότερο στην Ουγγαρία απ’ ότι στην Πολωνία, η δημοκρατία έχει ανακρούσει πρύμναν από τότε που ανέλαβε ο Βίκτορ Ορμπάν, ο οποίος παρόλα αυτά παραμένει μέλος (σε αναστολή) του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος. Ο Ούγγρος πολιτικός θεωρεί ότι έχει μια τελευταία ευκαιρία να αποφύγει τη ρήτρα αποδέσμευσης ευρωπαϊκών κονδυλίων με βάση το κράτος δικαίου, αφού μπορεί να διαπραγματευτεί τώρα με την Μέρκελ, που είναι γνωστός παράγοντας στην ευρωπαϊκή εξίσωση, κι όχι με κάποιον από τους επίδοξους διαδόχους της, οι οποίοι (ειδικά στην περίπτωση του Μερτς) μπορεί να αποδειχτούν απρόβλεπτοι.
Από την άλλη πλευρά βρίσκεται ολόκληρη η υπόλοιπη ευρωπαϊκή οικονομική κοινότητα, η οποία έχει βρει μια σπάνια συσπείρωση μεταξύ Βορρά και Νότου. Όχι μόνο λόγω πανδημίας αλλά και για οικονομικούς λόγους: τα επιτόκια σε όλο το εύρος της ενωμένης Ευρώπης είναι σε ιστορικά χαμηλά, καθιστώντας το δανεισμό φθηνότερο από ποτέ. Αυτό οφείλεται στην εγγύηση των εθνικών ομολόγων από την ΕΚΤ, που έχει ως αποτέλεσμα την προσέλκυση επενδυτών στα χρεόγραφα χωρών του Νότου που δεν έχουν καλή αξιολόγηση. Επιπροσθέτως, η έκδοση κοινοτικά εγγυημένων χρεογράφων, τα έσοδα από τα οποία θα χρηματοδοτήσουν το ταμείο ανάκαμψης, θα αυξήσει το χαρτοφυλάκιο υψηλής αξιολόγησης (ΑΑΑ, Moody’s) της ΕΚΤ κατά 30%, πράγμα που θα δώσει επιπλέον χρηματοοικονομικά εργαλεία για να κινήσει την αγορά. Έχοντας λοιπόν αυτά κατά νου, η ΕΕ δε θα μπορούσε να αφήσει έναν επίδοξο δικτατορίσκο και τους μικροπολιτικούς του υπολογισμούς να της χαλάσει τα σχέδια. Αποδείχθηκε όμως πιο γαλαντόμα από ό,τι έδειχνε.
Με την προεδρία της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως το τελευταίο μεγάλο αξίωμα στην ευρωπαϊκή σκηνή και με την πολιτική της καριέρα στη δύση της, η Άνγκελα Μέρκελ θέλει να αφήσει μια παρακαταθήκη. Αυτή είναι το ταμείο ανάκαμψης. Έτσι, μετά από σειρά ελαφρών εκβιασμών περί ανακοπής των ήδη υπεσχεμένων κονδυλίων προς τους δύο αντιρρησίες καθώς και τη συνέχιση της διαδικασίας επικύρωσης χωρίς αυτούς αν δεν υπάρξει συμφωνία στις αρχές της εβδομάδας, βγήκε λευκός καπνός. Η πρωταρχική συμφωνία μεταξύ Γερμανίας και Ουγγαρίας-Πολωνίας κάνει λόγο για συμπερίληψη του όρου για κράτος δικαίου με τη δυνατότητα, όμως, του φερόμενου παραβάτη να προσφύγει στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης πριν του κοπούν τα κονδύλια. Αναφέρεται χαρακτηριστικά ότι οι οδηγίες για τη λειτουργία του μηχανισμού κράτους δικαίου θα οριστικοποιηθούν μετά την απόφαση του Δικαστηρίου κι ότι η Επιτροπή δε θα προχωρήσει σε επιβολή μέτρων πριν γίνει αυτό. Κατ’ αυτόν τον τρόπο ουσιαστικά αναβάλλεται η εφαρμογή του μηχανισμού για το απώτερο μέλλον, μετά το καλοκαίρι του 2022 και τις εκλογές στην Ουγγαρία καθώς και τις εκλογές στην Πολωνία, το 2023… Επίσης αναφέρεται ότι οι παράγοντες ενεργοποίησης της ρήτρας κράτους δικαίου θα προέρχονται από μια «κλειστή λίστα ομογενών στοιχείων» κι ότι ο κανονισμός «δε σχετίζεται με γενικευμένες ελλείψεις». Όπως, πιθανώς, μια καχεκτική δημοκρατία… Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι η εφαρμογή του μηχανισμού κράτους δικαίου προβλέπεται να περιοριστεί μόνο σε περιπτώσεις κατάχρησης ευρω-κονδυλίων κι όχι γενικότερης φύσης ζητήματα όπως η ανύπαρκτη ανεξαρτησία της δικαιοσύνης στην Πολωνία ή η σοφτ δικτατορία που έχει επιβάλλει ο Όρμπαν στην Ουγγαρία, όπου αναμένεται να περάσουν τροποποιήσεις στο σύνταγμα της χώρας που θα αλλάζουν τον ορισμό των ευρωπαϊκών πόρων, για να αποφευχθεί ο μελλοντικός έλεγχος... Φυσικά η συμφωνία θα πρέπει να περάσει κι από τις υπόλοιπες 24 χώρες, κάτι που δεν αναμένεται να συμβεί με μεγάλη δυσκολία, αφού τα χρονικά περιθώρια είναι στενά κι οι ανάγκες μεγάλες.
Μετά από αυτά νομίζω ότι η ΕΕ μπορεί να επαίρεται για την ελαστικότητα των αξιών της.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου