κάθε μέρα προσπερνάς ένα σωρό ανθρώπους, μη γνωρίζοντας από πού έρχονται ή που πάνε. είναι δεδομένο ότι από κάπου έρχονται και κάπου πάνε, βρίσκονται σε κίνηση, η κίνηση προϋποθέτει μια αρχή και ένα τέλος. τι γίνεται όμως αν αρχή και τέλος μπερδεύονται, αρχίζουν και μοιάζουν τόσο που δεν έχει σημασία τι είναι πια το καθένα; δεν είναι η μεγαλύτερη σκληρότητα της ζωής αυτή η αίσθηση του χαμένου προσανατολισμού, να μην έχεις πουθενά να πας γιατί δεν έρχεσαι από πουθενά;
μόνο την ύπαρξή σου έχεις, και ό,τι μπορεί να χωρέσει το τσαντάκι σου. με τα χειμωνιάτικα ρούχα μες το κατακαλόκαιρο και τα καλοχτενισμένα -αν και γλιτσά- μακριά ψαρά μαλλιά σου, να βολοδέρνεις πέρα δώθε σε ένα στενό σοκάκι της Αθήνας, προσπαθώντας να αποκρούεις τα διερευνητικά βλέμματα, ζητιανεύοντας λίγα ψίχουλα ανθρωπιάς από τους περαστικούς. το πώς βρέθηκες στο δρόμο είναι ένα μυστήριο για τους άλλους. άραγε να κατηγορείς τον εαυτό σου που δεν τα κατάφερες στη ζούγκλα; ή να φτύνεις κατάμουτρα το σύστημά τους και να ζεις περήφανα σαν αλήτης; το πρόσωπό σου έχει μια ένοχη γαλήνη, πάντως. πού να στράβωσε το πράγμα; όλοι ξέρουμε ακριβώς την στιγμή στη ζωή μας που κάναμε ένα αποφασιστικό λάθος. μια λάθος κουβέντα τη λάθος στιγμή, μια λάθος επιλογή, ένα λάθος συναίσθημα... είναι όλα μια βιτρίνα; δεν έχει σημασία, άλλωστε κανείς δε νοιάζεται να μάθει την ιστορία σου περισσότερο από εσένα.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου